βαθύσπορος

βᾰθύ-σπορος, ον,
A deep-sown, fruitful, E.Ph. 648 (lyr.).
2 -σπόρος, = βαθεῖαν σπείρων γῆν, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθύσπορος — βαθύσπορος, ον (Α) βαθιά σπαρμένος, εύφορος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + σπόρος < σπόρος < σπείρω. (πρβλ. άσπορος, ομόσπορος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • βαθυσπόροις — βαθύσπορος deep sown masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυσπόρου — βαθύσπορος deep sown masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυσπόρους — βαθύσπορος deep sown masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.